Греческий словарь
с грамматикой

καταλαμβάνω

[katalaˈvano]глаголB1

Значения

1
захватывать, завладевать (территорию, власть и т. д.)
to seize, occupy, take control of · κατάλαβε την πόλη — захватил город
2
охватывать (чувство, эмоция)
to seize, overcome (with emotion or feeling) · φόβος με κατέλαβε — страх охватил меня
3
застигать, заставать (кого-л. в определённом состоянии)
to catch, find (someone in a certain state) · η νύχτα με κατέλαβε — ночь застала меня

Грамматика

Настоящее время
εγώ
καταλαμβάνω
εσύ
καταλαμβάνεις
αυτός
καταλαμβάνει
εμείς
καταλαμβάνουμε
εσείς
καταλαμβάνετε
αυτοί
καταλαμβάνουν
Аорист
εγώ
κατέλαβα
εσύ
κατέλαβες
αυτός
κατέλαβε
εμείς
καταλάβαμε
εσείς
καταλάβατε
αυτοί
κατέλαβαν
Будущее
εγώ
θα καταλάβω
εσύ
θα καταλάβεις
αυτός
θα καταλάβει
εμείς
θα καταλάβουμε
εσείς
θα καταλάβετε
αυτοί
θα καταλάβουν

Примеры

Οι στρατιώτες κατέλαβαν την πόλη χωρίς αντίσταση.
Солдаты захватили город без сопротивления. · The soldiers seized the city without resistance.
Ένα παράξενο αίσθημα με κατέλαβε όταν άκουσα τα νέα.
Странное чувство охватило меня, когда я услышал новость. · A strange feeling seized me when I heard the news.
Η νύχτα θα με καταλάβει στο δρόμο αν δεν βιαστώ.
Ночь застанет меня в пути, если я не поспешу. · Night will catch me on the road if I don't hurry.
Καταλαμβάνουν όλες τις στρατηγικές θέσεις στην περιοχή.
Они контролируют все стратегические позиции в регионе. · They control all the strategic positions in the region.