Греческий словарь
с грамматикой

καταλαβαίνω

[katalavˈɛno]глаголA2

Значения

1
понимать, осознавать
to understand, to comprehend · καταλαβαίνω τι λες — я понимаю, что ты говоришь
2
схватывать, ловить, задерживать
to catch, to seize, to arrest · καταλαβαίνω τον διαρρήκτη — я ловлю вора
3
занимать, захватывать (территорию)
to occupy, to seize (territory) · καταλαβαίνουν την πόλη — они захватывают город

Грамматика

Настоящее время
εγώ
καταλαβαίνω
εσύ
καταλαβαίνεις
αυτός
καταλαβαίνει
εμείς
καταλαβαίνουμε
εσείς
καταλαβαίνετε
αυτοί
καταλαβαίνουν
Аорист
εγώ
κατάλαβα
εσύ
κατάλαβες
αυτός
κατάλαβε
εμείς
καταλάβαμε
εσείς
καταλάβατε
αυτοί
κατάλαβαν
Будущее
εγώ
θα καταλάβω
εσύ
θα καταλάβεις
αυτός
θα καταλάβει
εμείς
θα καταλάβουμε
εσείς
θα καταλάβετε
αυτοί
θα καταλάβουν

Примеры

Δεν καταλαβαίνω αυτή την εργασία.
Я не понимаю это задание. · I don't understand this task.
Κατάλαβες τι είπα χθες;
Ты понял, что я сказал вчера? · Did you understand what I said yesterday?
Θα καταλάβουν το πρόβλημα σύντομα.
Они скоро поймут проблему. · They'll soon grasp the problem.
Η αστυνομία κατάλαβε τον ύποπτο.
Полиция задержала подозреваемого. · The police arrested the suspect.