Греческий словарь
с грамматикой

κατακτώ

[katakˈto]глаголB2

Значения

1
завоевать, покорить
to conquer, to subjugate · κατακτώ μια χώρα — завоевать страну
2
завладеть, овладеть (чувством, вниманием)
to seize, to take hold of (emotions, attention) · το άγχος κατακτά την καρδιά μου — тревога овладевает моим сердцем

Грамматика

Настоящее время
εγώ
κατακτώ
εσύ
κατακτάς
αυτός
κατακτά
εμείς
κατακτούμε
εσείς
κατακτάτε
αυτοί
κατακτούν
Аорист
εγώ
κατέκτησα
εσύ
κατέκτησες
αυτός
κατέκτησε
εμείς
κατακτήσαμε
εσείς
κατακτήσατε
αυτοί
κατέκτησαν
Будущее
εγώ
θα κατακτήσω
εσύ
θα κατακτήσεις
αυτός
θα κατακτήσει
εμείς
θα κατακτήσουμε
εσείς
θα κατακτήσετε
αυτοί
θα κατακτήσουν

Примеры

Οι Ρωμαίοι κατέκτησαν πολλές χώρες.
Римляне завоевали много стран. · The Romans conquered many countries.
Το φόβο κατακτά όλους εκείνη τη νύχτα.
Страх овладел всеми той ночью. · Fear seized everyone that night.
Θα κατακτήσουμε αυτές τις δυσκολίες μαζί.
Мы преодолеем эти трудности вместе. · We will overcome these difficulties together.
Την κατέκτησε η απελπισία.
Её охватило отчаяние. · Despair overwhelmed her.