κατακτητής
[kataktiˈtis]существительноеο · мужской родB2
Значения
1
завоеватель, покоритель
conqueror, conquerer · ο κατακτητής της Αιγύπτου — завоеватель Египта
2
тот, кто овладевает, покоряет (в переносном смысле)
one who masters, overcomes · κατακτητής των δικών του φόβων — тот, кто преодолел свои страхи
Грамматика
Ед. ч.
им.
ο κατακτητής
вин.
τον κατακτητή
род.
του κατακτητή
зват.
κατακτητή
Мн. ч.
им.
οι κατακτητές
вин.
τους κατακτητές
род.
των κατακτητών
зват.
κατακτητές
Примеры
Ο Αλέξανδρος ήταν ένας μεγάλος κατακτητής.
Александр был великим завоевателем. · Alexander was a great conqueror.
Οι κατακτητές της Αμερικής ήρθαν από την Ευρώπη.
Завоеватели Америки пришли из Европы. · The conquerors of America came from Europe.
Για να γίνεις κατακτητής του εαυτού σου, χρειάζεσαι πειθαρχία.
Чтобы стать победителем самого себя, нужна дисциплина. · To become a master of yourself, you need discipline.