κατακρίνω
[kataˈkrino]глаголгруппа А (безударное -ω)неправильныйB2
Значения
1
осуждать, порицать (высказать моральное неодобрение)
to condemn, to disapprove of (express moral judgment) · τον κατακρίνουν για το λάθος του — его осуждают за его ошибку
2
вынести приговор, осудить (в суде)
to sentence, to convict (in court) · το δικαστήριο τον κατέκρινε — суд вынес ему приговор
Грамматика
Настоящее время
εγώ
κατακρίνω
εσύ
κατακρίνεις
αυτός
κατακρίνει
εμείς
κατακρίνουμε
εσείς
κατακρίνετε
αυτοί
κατακρίνουν
Аорист
εγώ
κατέκρινα
εσύ
κατέκρινες
αυτός
κατέκρινε
εμείς
κατακρίναμε
εσείς
κατακρίνατε
αυτοί
κατέκριναν
Будущее
εγώ
θα κατακρίνω
εσύ
θα κατακρίνεις
αυτός
θα κατακρίνει
εμείς
θα κατακρίνουμε
εσείς
θα κατακρίνετε
αυτοί
θα κατακρίνουν
Примеры
Η κοινωνία κατακρίνει τις αδίκους πράξεις.
Общество осуждает несправедливые поступки. · Society condemns unjust acts.
Το δικαστήριο τον κατέκρινε σε δέκα χρόνια φυλακής.
Суд приговорил его к десяти годам тюрьмы. · The court sentenced him to ten years in prison.
Δεν θα κατακρίνω κάποιον χωρίς να γνωρίζω τα γεγονότα.
Я не буду судить никого, не зная фактов. · I will not condemn anyone without knowing the facts.
Οι κατακριμένοι έχουν δικαίωμα έφεσης.
Осуждённые имеют право на апелляцию. · The condemned have the right to appeal.