κατακερματισμός
[katakermatiˈzmos]существительноеο · мужской родC1
Значения
1
раздробление, фрагментация (разделение на мелкие части)
fragmentation, subdivision (division into small pieces) · κατακερματισμός των δεδομένων — фрагментация данных
2
раздробленность (состояние разбитости, раздроблености)
fragmentedness, fragmented state · ο κατακερματισμός της ευρωπαϊκής πολιτικής — раздробленность европейской политики
Грамматика
Ед. ч.
им.
ο κατακερματισμός
вин.
τον κατακερματισμό
род.
του κατακερματισμού
зват.
κατακερματισμέ
Мн. ч.
им.
οι κατακερματισμοί
вин.
τους κατακερματισμούς
род.
των κατακερματισμών
зват.
κατακερματισμοί
Примеры
Ο κατακερματισμός της αγοράς περιορίζει την ανταγωνιστικότητα.
Раздробленность рынка ограничивает конкурентоспособность. · Market fragmentation limits competitiveness.
Ο κατακερματισμός των κομμάτων δυσχέραινε τη διακυβέρνηση.
Раздробленность партий усложняла управление. · The fragmentation of parties made governance difficult.
Αποφεύγουμε τον κατακερματισμό των ψηφοδέλτων για καλύτερη αναπαράσταση.
Мы избегаем раздробления избирательных списков для лучшего представительства. · We avoid ballot fragmentation for better representation.