Греческий словарь
с грамматикой

καταθλίβω

[kataˈθlivo]глаголгруппа А (безударное -ω)C1

Значения

1
угнетать, подавлять (морально или физически)
to oppress, to crush, to weigh down · καταθλίβω τα συναισθήματά μας — подавлять наши чувства
2
давить вниз, сдавливать
to press down, to compress · καταθλίβω το υλικό — сжимать материал

Грамматика

Настоящее время
εγώ
καταθλίβω
εσύ
καταθλίβεις
αυτός
καταθλίβει
εμείς
καταθλίβουμε
εσείς
καταθλίβετε
αυτοί
καταθλίβουν
Аорист
εγώ
κατέθλιψα
εσύ
κατέθλιψες
αυτός
κατέθλιψε
εμείς
κατεθλίψαμε
εσείς
κατεθλίψατε
αυτοί
κατέθλιψαν
Будущее
εγώ
θα καταθλίψω
εσύ
θα καταθλίψεις
αυτός
θα καταθλίψει
εμείς
θα καταθλίψουμε
εσείς
θα καταθλίψετε
αυτοί
θα καταθλίψουν

Примеры

Η φτώχεια και η ανεργία καταθλίβουν τις κοινωνίες.
Бедность и безработица угнетают общества. · Poverty and unemployment oppress societies.
Ο δικτάτορας κατέθλιψε το λαό για δεκαετίες.
Диктатор подавлял народ в течение десятилетий. · The dictator crushed the people for decades.
Θα καταθλίψουμε το έδαφος πριν από την κατασκευή.
Мы будем уплотнять грунт перед строительством. · We will compress the soil before construction.