Греческий словарь
с грамматикой

καταθέτω

[kataˈθeto]глаголB2

Значения

1
откладывать, класть в сторону; депонировать
to deposit, to place; to lodge (money, documents) · χρήματα στη τράπεζα — деньги в банк
2
заявлять, выносить (жалобу, протест)
to lodge, to file (a complaint, protest) · καταθέτω μήνυση — подавать жалобу
3
излагать, выдвигать (идею, аргумент)
to set forth, to present (an idea, argument) · τις απόψεις του — свои взгляды

Грамматика

Настоящее время
εγώ
καταθέτω
εσύ
καταθέτεις
αυτός
καταθέτει
εμείς
καταθέτουμε
εσείς
καταθέτετε
αυτοί
καταθέτουν
Аорист
εγώ
κατέθεσα
εσύ
κατέθεσες
αυτός
κατέθεσε
εμείς
κατεθέσαμε
εσείς
κατεθέσατε
αυτοί
κατέθεσαν
Будущее
εγώ
θα καταθέσω
εσύ
θα καταθέσεις
αυτός
θα καταθέσει
εμείς
θα καταθέσουμε
εσείς
θα καταθέσετε
αυτοί
θα καταθέσουν

Примеры

Κατέθεσα τα χρήματά μου στη τράπεζα.
Я положил свои деньги в банк. · I deposited my money in the bank.
Η εταιρεία κατέθεσε μήνυση κατά του ανταγωνιστή.
Компания подала жалобу против своего конкурента. · The company filed a lawsuit against its competitor.
Κατέθεσαν τις απόψεις τους στη συνέλευση.
Они изложили свои взгляды на собрании. · They presented their views at the assembly.
Θα καταθέσουμε τα έγγραφα αύριο στο δικαστήριο.
Завтра мы подадим документы в суд. · Tomorrow we will file the documents with the court.