Греческий словарь
с грамматикой

καταζητώ

[kataziˈto]глаголB1

Значения

1
искать, разыскивать (особенно преступника или беглеца)
to search for, to hunt for (especially a criminal or fugitive) · καταζητούν τον δράστη — разыскивают преступника
2
преследовать судебным порядком, привлекать к ответственности
to prosecute, to pursue legally · καταζητείται για απάτη — преследуется за мошенничество

Грамматика

Настоящее время
εγώ
καταζητώ
εσύ
καταζητάς
αυτός
καταζητά
εμείς
καταζητούμε
εσείς
καταζητάτε
αυτοί
καταζητούν
Аорист
εγώ
κατεζήτησα
εσύ
κατεζήτησες
αυτός
κατεζήτησε
εμείς
κατεζητήσαμε
εσείς
κατεζητήσατε
αυτοί
κατεζήτησαν
Будущее
εγώ
θα καταζητήσω
εσύ
θα καταζητήσεις
αυτός
θα καταζητήσει
εμείς
θα καταζητήσουμε
εσείς
θα καταζητήσετε
αυτοί
θα καταζητήσουν

Примеры

Η αστυνομία καταζητά τον ύποπτο εδώ και μήνες.
Полиция разыскивает подозреваемого уже несколько месяцев. · The police have been hunting for the suspect for months.
Κατεζήτησαν τον δράστη σε όλη τη χώρα.
Они разыскивали преступника по всей стране. · They searched for the perpetrator across the entire country.
Καταζητείται για χρηματοδικαίωμα και απάτη.
Его преследуют за финансовые преступления и мошенничество. · He is being prosecuted for financial crimes and fraud.
Θα καταζητήσουν τα άτομα που ευθύνονται για την επίθεση.
Они будут преследовать лиц, ответственных за нападение. · They will prosecute those responsible for the attack.