καταζητούμενος
[kataziˈtumenos]прилагательноеB1
Значения
1
разыскиваемый, объявленный в розыск
wanted, sought by authorities · ένας καταζητούμενος άνδρας — разыскиваемый мужчина
2
очень популярный, пользующийся большим спросом
highly sought after, in great demand · καταζητούμενος συγγραφέας — очень популярный автор
Грамматика
мужской род
им.
καταζητούμενος
вин.
καταζητούμενο
род.
καταζητούμενου
зват.
καταζητούμενε
женский род
им.
καταζητούμενη
вин.
καταζητούμενη
род.
καταζητούμενης
зват.
καταζητούμενη
средний род
им.
καταζητούμενο
вин.
καταζητούμενο
род.
καταζητούμενου
зват.
καταζητούμενο
Примеры
Η αστυνομία αναζητά τον καταζητούμενο δράστη.
Полиция ищет разыскиваемого преступника. · The police are looking for the wanted suspect.
Αυτός ο ηθοποιός είναι πολύ καταζητούμενος στο Χόλιγουντ.
Этот актер очень востребован в Голливуде. · This actor is highly sought after in Hollywood.
Οι καταζητούμενοι εγκληματίες συνελήφθησαν χθες.
Разыскиваемые преступники были задержаны вчера. · The wanted criminals were arrested yesterday.
Η καταζητούμενη σκηνοθέτρια κέρδισε το βραβείο.
Очень популярная режиссерка получила награду. · The sought-after director won the award.