Греческий словарь
с грамматикой

καταδιώκω

[katadˈio̞ko]глаголB2

Значения

1
преследовать, гнаться за кем-либо
to chase, to pursue (someone) · καταδιώκω έναν κλέφτη — преследовать вора
2
преследовать, притеснять (в переносном смысле)
to persecute, to hound (figuratively) · καταδιώκεται από τις εφορίες — его преследуют налоговые органы

Грамматика

Настоящее время
εγώ
καταδιώκω
εσύ
καταδιώκεις
αυτός
καταδιώκει
εμείς
καταδιώκουμε
εσείς
καταδιώκετε
αυτοί
καταδιώκουν
Аорист
εγώ
κατάδιωξα
εσύ
κατάδιωξες
αυτός
κατάδιωξε
εμείς
κατάδιώξαμε
εσείς
κατάδιώξατε
αυτοί
κατάδιωξαν
Будущее
εγώ
θα καταδιώξω
εσύ
θα καταδιώξεις
αυτός
θα καταδιώξει
εμείς
θα καταδιώξουμε
εσείς
θα καταδιώξετε
αυτοί
θα καταδιώξουν

Примеры

Η αστυνομία κατάδιωξε τον δράστη στους δρόμους της πόλης.
Полиция преследовала преступника по улицам города. · The police pursued the perpetrator through the city streets.
Δεν πρέπει να καταδιώκουμε τους ανθρώπους για τις απόψεις τους.
Нельзя преследовать людей за их мнения. · We should not persecute people for their beliefs.
Καταδιώχθηκε για φοροδιαφυγή και χρεοκοπία.
Его преследовали за уклонение от налогов и банкротство. · He was prosecuted for tax evasion and insolvency.
Θα τον καταδιώξουν μέχρι να πιαστεί.
Его будут преследовать, пока он не будет пойман. · They will chase him until he is caught.