Греческий словарь
с грамматикой

καταδικάζω

[katɑðiˈkɑzo]глаголB1

Значения

1
приговаривать, осуждать (в суде)
to sentence, to condemn (in court) · καταδικάζω κάποιον σε φυλακή — приговаривать кого-то к тюрьме
2
осуждать, порицать (морально или публично)
to condemn, to criticize (morally or publicly) · καταδικάζω τη βία — осуждать насилие

Грамматика

Настоящее время
εγώ
καταδικάζω
εσύ
καταδικάζεις
αυτός
καταδικάζει
εμείς
καταδικάζουμε
εσείς
καταδικάζετε
αυτοί
καταδικάζουν
Аорист
εγώ
καταδίκασα
εσύ
καταδίκασες
αυτός
καταδίκασε
εμείς
καταδικάσαμε
εσείς
καταδικάσατε
αυτοί
καταδίκασαν
Будущее
εγώ
θα καταδικάσω
εσύ
θα καταδικάσεις
αυτός
θα καταδικάσει
εμείς
θα καταδικάσουμε
εσείς
θα καταδικάσετε
αυτοί
θα καταδικάσουν

Примеры

Το δικαστήριο καταδίκασε τον κατηγορούμενο σε πέντε χρόνια.
Суд приговорил обвиняемого к пяти годам. · The court sentenced the defendant to five years.
Όλοι καταδικάζουν την τρομοκρατία και τα εγκλήματα.
Все осуждают терроризм и преступления. · Everyone condemns terrorism and crimes.
Η κοινή γνώμη κατάδικασε τις πράξεις του πολιτικού.
Общественное мнение осудило действия политика. · Public opinion condemned the politician's actions.