Греческий словарь
с грамматикой

καταδεικνύω

[katadeikˈnio]глаголC1

Значения

1
разоблачать, выставлять в дурном свете
to expose, to denounce, to show up as · κατάδειξε τη δικαιοσύνη του — разоблачил его несправедливость
2
демонстрировать, показывать ясно
to demonstrate, to make evident · κατάδειξε το πρόβλημα — наглядно показал проблему

Грамматика

Настоящее время
εγώ
καταδεικνύω
εσύ
καταδεικνύεις
αυτός
καταδεικνύει
εμείς
καταδεικνύουμε
εσείς
καταδεικνύετε
αυτοί
καταδεικνύουν
Аорист
εγώ
κατέδειξα
εσύ
κατέδειξες
αυτός
κατέδειξε
εμείς
κατεδείξαμε
εσείς
κατεδείξατε
αυτοί
κατέδειξαν
Будущее
εγώ
θα καταδείξω
εσύ
θα καταδείξεις
αυτός
θα καταδείξει
εμείς
θα καταδείξουμε
εσείς
θα καταδείξετε
αυτοί
θα καταδείξουν

Примеры

Ο δημοσιογράφος κατέδειξε τη διαφθορά της κυβέρνησης.
Журналист разоблачил коррупцию правительства. · The journalist exposed the government's corruption.
Τα στοιχεία καταδεικνύουν ότι έχουμε πρόβλημα.
Данные ясно показывают, что у нас есть проблема. · The evidence demonstrates that we have a problem.
Θα καταδείξουμε την αλήθεια σε όλους.
Мы выставим истину напоказ перед всеми. · We will make the truth clear to everyone.