καταγραφή
[katɐɣraˈfi]существительноеη · женский родB1
Значения
1
запись, описание (в письменной форме)
recording, description (in writing) · η καταγραφή των γεγονότων — запись событий
2
регистрация, внесение в реестр
registration, entry in a register · η καταγραφή στο μητρώο — запись в реестр
3
фиксирование, запись (звука, видео)
recording (of sound, video) · η καταγραφή του συνεντεύξεως — запись интервью
Грамматика
Ед. ч.
им.
η καταγραφή
вин.
την καταγραφή
род.
της καταγραφής
зват.
καταγραφή
Мн. ч.
им.
οι καταγραφές
вин.
τις καταγραφές
род.
των καταγραφών
зват.
καταγραφές
Примеры
Η καταγραφή των συνομιλιών είναι απαραίτητη.
Запись разговоров необходима. · Recording of conversations is essential.
Έκανε μια λεπτομερή καταγραφή της περιοδείας.
Он сделал подробное описание поездки. · He made a detailed account of the trip.
Οι καταγραφές των αρχαίων κειμένων είναι πολύτιμες.
Записи древних текстов очень ценны. · Records of ancient texts are invaluable.
Χωρίς τη σωστή καταγραφή, χάνονται σημαντικές πληροφορίες.
Без правильной записи теряется важная информация. · Without proper documentation, important information is lost.