Греческий словарь
с грамматикой

καταγράφω

[kataˈɣrafo]глаголB1

Значения

1
записывать, фиксировать письменно
to write down, to record in writing · καταγράφω την ιστορία — записываю историю
2
описывать, изображать словами
to describe, to depict · καταγράφει τα γεγονότα — описывает события
3
зарегистрировать, внести в реестр
to register, to list officially · καταγράφονται τα ονόματα — регистрируются имена

Грамматика

Настоящее время
εγώ
καταγράφω
εσύ
καταγράφεις
αυτός
καταγράφει
εμείς
καταγράφουμε
εσείς
καταγράφετε
αυτοί
καταγράφουν
Аорист
εγώ
κατέγραψα
εσύ
κατέγραψες
αυτός
κατέγραψε
εμείς
κατεγράψαμε
εσείς
κατεγράψατε
αυτοί
κατέγραψαν
Будущее
εγώ
θα καταγράψω
εσύ
θα καταγράψεις
αυτός
θα καταγράψει
εμείς
θα καταγράψουμε
εσείς
θα καταγράψετε
αυτοί
θα καταγράψουν

Примеры

Ο συγγραφέας καταγράφει τα γεγονότα της ζωής του.
Писатель записывает события своей жизни. · The author writes down the events of his life.
Κατέγραψαν όλα τα στοιχεία στο έγγραφο.
Они зафиксировали все данные в документе. · They recorded all the details in the document.
Θα καταγράψουμε τις αποφάσεις της συνάντησης.
Мы запишем решения собрания. · We will record the meeting's decisions.
Τα ονόματα των νικητών καταγράφονται στο βιβλίο.
Имена победителей зарегистрированы в книге. · The names of the winners are recorded in the book.