Греческий словарь
с грамматикой

καταγγέλλω

[kataˈŋɛlo]глаголB1

Значения

1
доносить, сообщать (властям о чьём-либо преступлении)
to report, to inform (authorities about someone's crime) · καταγγέλλω κάποιον στην αστυνομία — доносить на кого-то в полицию
2
объявлять, провозглашать (публично)
to announce, to proclaim (publicly) · καταγγέλλω μια απεργία — объявлять забастовку
3
осуждать, критиковать (резко)
to condemn, to criticize (harshly) · καταγγέλλω την αδικία — осуждать несправедливость

Грамматика

Настоящее время
εγώ
καταγγέλλω
εσύ
καταγγέλλεις
αυτός
καταγγέλλει
εμείς
καταγγέλλουμε
εσείς
καταγγέλλετε
αυτοί
καταγγέλλουν
Аорист
εγώ
κατήγγειλα
εσύ
κατήγγειλες
αυτός
κατήγγειλε
εμείς
κατηγγείλαμε
εσείς
κατηγγείλατε
αυτοί
κατήγγειλαν
Будущее
εγώ
θα καταγγείλω
εσύ
θα καταγγείλεις
αυτός
θα καταγγείλει
εμείς
θα καταγγείλουμε
εσείς
θα καταγγείλετε
αυτοί
θα καταγγείλουν

Примеры

Ο μάρτυρας κατήγγειλε τον δράστη στην αστυνομία.
Свидетель донёс на преступника в полицию. · The witness reported the perpetrator to the police.
Καταγγέλλουν την κυβέρνηση για διαφθορά.
Они осуждают правительство за коррупцию. · They condemn the government for corruption.
Θα καταγγείλουν την απεργία αύριο.
Они объявят забастовку завтра. · They will announce the strike tomorrow.
Κατήγγειλε τις παράνομες πρακτικές της εταιρείας.
Он разоблачил незаконную деятельность компании. · He exposed the company's illegal practices.