Греческий словарь
с грамматикой

κατέχω

[kaˈtɛxo]глаголB1

Значения

1
занимать, владеть (землей, имуществом)
to hold, own, occupy (land, property) · κατέχει μεγάλη έκταση γης — владеет большим участком земли
2
занимать (должность, место)
to hold, occupy (position, place) · κατέχει τη θέση του διευθυντή — занимает должность директора
3
удерживать, сдерживать
to hold back, restrain, keep · κατέχε τη γλώσσα σου — придержи язык за зубами

Грамматика

Настоящее время
εγώ
κατέχω
εσύ
κατέχεις
αυτός
κατέχει
εμείς
κατέχουμε
εσείς
κατέχετε
αυτοί
κατέχουν
Аорист
εγώ
κατέσχεσα
εσύ
κατέσχεσες
αυτός
κατέσχεσε
εμείς
κατέσχεσαμε
εσείς
κατέσχεσατε
αυτοί
κατέσχεσαν
Будущее
εγώ
θα κατέχω
εσύ
θα κατέχεις
αυτός
θα κατέχει
εμείς
θα κατέχουμε
εσείς
θα κατέχετε
αυτοί
θα κατέχουν

Примеры

Κατέχει τη μεγαλύτερη έκταση στο χωριό.
Он владеет самым большим участком в деревне. · He owns the largest piece of land in the village.
Κατέχει τη θέση του προέδρου εδώ και δέκα χρόνια.
Он занимает должность президента вот уже десять лет. · He has held the position of president for ten years.
Προσπάθησα να κατέχω την οργή μου, αλλά δεν μπόρεσα.
Я старался сдерживать свой гнев, но не смог. · I tried to hold back my anger, but I couldn't.
Κατείχαν τα σημαντικότερα γραφεία της εταιρείας.
Они занимали самые важные офисы компании. · They occupied the most important offices of the company.