Греческий словарь
с грамматикой

κατέβασμα

[kaˈtevazma]существительноеτο · средний родB2

Значения

1
спуск, снижение (действие)
descent, lowering (the action) · το κατέβασμα του ήλιου — спуск солнца
2
вывоз, вывод (товаров, скота и т.п.)
export, evacuation (of goods, livestock, etc.) · κατέβασμα εμπορευμάτων — вывоз товаров

Грамматика

Ед. ч.
им.
το κατέβασμα
вин.
το κατέβασμα
род.
του κατεβάσματος
зват.
κατέβασμα
Мн. ч.
им.
τα κατεβάσματα
вин.
τα κατεβάσματα
род.
των κατεβασμάτων
зват.
κατεβάσματα

Примеры

Το κατέβασμα του αεροπλάνου ήταν ομαλό.
Спуск самолёта был плавным. · The aircraft's descent was smooth.
Παρακολουθούσαν το κατέβασμα του ηλίου από το λόφο.
Они наблюдали за закатом солнца с холма. · They watched the sunset from the hill.
Το κατέβασμα των αγροτικών προϊόντων στην πόλη ήταν περιοδικό.
Вывоз сельскохозяйственной продукции в город был периодическим. · The transport of agricultural products to the city was periodic.