Греческий словарь
с грамматикой

κατάσχω

[kaˈtasxo]глаголгруппа А (безударное -ω)B2

Значения

1
конфисковать, изъять (имущество)
to seize, confiscate, impound (property) · κατάσχω το αυτοκίνητο — конфисковать автомобиль
2
занимать, занять (внимание, время)
to occupy, engage, absorb (attention, time) · κατάσχω την προσοχή του — занять его внимание

Грамматика

Настоящее время
εγώ
κατάσχω
εσύ
κατασχεῖς
αυτός
κατασχεῖ
εμείς
κατασχούμε
εσείς
κατασχείτε
αυτοί
κατασχούν
Аорист
εγώ
κατάσχεσα
εσύ
κατάσχεσες
αυτός
κατάσχεσε
εμείς
κατασχέσαμε
εσείς
κατασχέσατε
αυτοί
κατάσχεσαν
Будущее
εγώ
θα κατάσχω
εσύ
θα κατασχεῖς
αυτός
θα κατασχεῖ
εμείς
θα κατασχούμε
εσείς
θα κατασχείτε
αυτοί
θα κατασχούν

Примеры

Οι αρχές κατάσχεσαν τα περιουσιακά στοιχεία του.
Власти конфисковали его имущество. · The authorities seized his assets.
Το βιβλίο κατάσχει την προσοχή του αναγνώστη.
Книга захватывает внимание читателя. · The book captures the reader's attention.
Θα κατάσχω το δικύκλο αν δεν πληρώσει τα πρόστιμα.
Я конфискую мотоцикл, если он не заплатит штрафы. · I will impound the motorcycle if he doesn't pay the fines.