Греческий словарь
с грамматикой

κατάσχεση

[katˈaxesi]существительноеη · женский родB2

Значения

1
конфискация, арест имущества
seizure, confiscation of property · κατάσχεση των περιουσιακών στοιχείων — конфискация активов
2
задержание, удержание
detention, holding back · κατάσχεση του πλοίου — задержание корабля

Грамматика

Ед. ч.
им.
η κατάσχεση
вин.
την κατάσχεση
род.
της κατάσχεσης
зват.
κατάσχεση
Мн. ч.
им.
οι κατασχέσεις
вин.
τις κατασχέσεις
род.
των κατασχέσεων
зват.
κατασχέσεις

Примеры

Η κατάσχεση των τραπεζικών λογαριασμών ήταν νόμιμη.
Конфискация банковских счётов была законной. · The seizure of the bank accounts was lawful.
Διατάγησαν την κατάσχεση του σπιτιού του.
Они приказали конфисковать его дом. · They ordered the confiscation of his house.
Οι κατασχέσεις αυτοκινήτων αυξήθηκαν φέτος.
Задержание автомобилей возросло в этом году. · Vehicle seizures increased this year.