Греческий словарь
с грамматикой

κατάστρωμα

[kataˈstroma]существительноеτο · средний родB1

Значения

1
палуба (корабля)
deck (of a ship) · η παλούμπα του πλοίου — палуба корабля
2
настил, дощатый пол
flooring, wooden platform · το κατάστρωμα του σπιτιού — настил дома

Грамматика

Ед. ч.
им.
το κατάστρωμα
вин.
το κατάστρωμα
род.
του καταστρώματος
зват.
κατάστρωμα
Мн. ч.
им.
τα καταστρώματα
вин.
τα καταστρώματα
род.
των καταστρωμάτων
зват.
καταστρώματα

Примеры

Οι ναύτες δούλευαν στο κατάστρωμα του πλοίου.
Матросы работали на палубе корабля. · The sailors worked on the ship's deck.
Το κατάστρωμα ήταν γεμάτο με εμπορεύματα.
Палуба была полна груза. · The deck was loaded with cargo.
Πρέπει να επιδιορθώσουμε τα καταστρώματα του παλιού κτιρίου.
Нам нужно отремонтировать полы старого здания. · We need to repair the flooring in the old building.