κατάσκοπος
[kataˈskɔpos]существительноеο · мужской родB1
Значения
1
шпион, разведчик
spy, secret agent · πράκτορας με μυστικές αποστολές — агент с секретными заданиями
2
наблюдатель, лазутчик
scout, observer · κάποιος που παρακολουθεί — тот, кто наблюдает
Грамматика
Ед. ч.
им.
ο κατάσκοπος
вин.
τον κατάσκοπο
род.
του κατασκόπου
зват.
κατάσκοπε
Мн. ч.
им.
οι κατάσκοποι
вин.
τους κατασκόπους
род.
των κατασκόπων
зват.
κατάσκοποι
Примеры
Ο κατάσκοπος συνελήφθη στο αεροδρόμιο.
Шпиона арестовали в аэропорту. · The spy was arrested at the airport.
Ήταν κατάσκοπος για τη μυστική υπηρεσία.
Он работал шпионом в секретной службе. · He worked as a spy for the secret service.
Οι κατάσκοποι παρακολουθούσαν την κατάσταση.
Разведчики следили за ситуацией. · The scouts were monitoring the situation.