κατάρρευση
[katˈarevsɪ]существительноеη · женский родB2
Значения
1
обрушение, разрушение, обвал
collapse, breakdown, crumbling · κατάρρευση του κτιρίου — обрушение здания
2
крах, падение (экономическое, политическое)
crash, downfall (economic, political) · κατάρρευση της οικονομίας — крах экономики
3
нервный срыв, психический кризис
nervous breakdown, mental breakdown · κατάρρευση από το άγχος — срыв из-за стресса
Грамматика
Ед. ч.
им.
η κατάρρευση
вин.
την κατάρρευση
род.
της κατάρρευσης
зват.
κατάρρευση
Мн. ч.
им.
οι κατaρρεύσεις
вин.
τις κατaρρεύσεις
род.
των κατaρρεύσεων
зват.
κατaρρεύσεις
Примеры
Η κατάρρευση του τείχους ήταν καταστροφική.
Обрушение стены было катастрофичным. · The collapse of the wall was catastrophic.
Πολλοί ανησυχούν για την κατάρρευση της αγοράς.
Многие беспокоятся о крахе рынка. · Many are worried about the market crash.
Κατάρρευση από υπερεργασία τον ανάγκασε να σταματήσει.
Нервный срыв заставил его остановиться. · A nervous breakdown forced him to stop.
Οι κατaρρεύσεις των παλιών κτιρίων είναι συχνές στην περιοχή.
Обрушения старых зданий часты в этом районе. · Collapses of old buildings are frequent in the area.