κατάπληκτος
[kaˈtapliktos]прилагательноеB2
Значения
1
ошеломлённый, потрясённый, поражённый
astounded, astonished, struck with amazement · κατάπληκτος από τα νέα — потрясён новостями
2
испуганный, перепуганный
terrified, frightened · κατάπληκτος από το θόρυβο — испугался от шума
Грамматика
мужской род
им.
κατάπληκτος
вин.
κατάπληκτο
род.
κατάπληκτου
зват.
κατάπληκτε
женский род
им.
κατάπληκτη
вин.
κατάπληκτη
род.
κατάπληκτης
зват.
κατάπληκτη
средний род
им.
κατάπληκτο
вин.
κατάπληκτο
род.
κατάπληκτου
зват.
κατάπληκτο
Примеры
Ήταν κατάπληκτος όταν άκουσε την αλήθεια.
Он был потрясён, когда услышал правду. · He was astounded when he heard the truth.
Η κατάπληκτη γυναίκα δεν μπορούσε να μιλήσει.
Ошеломлённая женщина не могла говорить. · The astonished woman could not speak.
Έμειναν κατάπληκτοι από το θέαμα.
Они были потрясены зрелищем. · They were struck by the sight.