κατάλογος
[kaˈtaloyos]существительноеο · мужской родA2
Значения
1
список, перечень
list, catalogue · κατάλογος των μαθητών — список учеников
2
каталог, справочник
catalogue, directory · κατάλογος προϊόντων — каталог товаров
3
меню
menu · κατάλογος του εστιατορίου — меню ресторана
Грамматика
Ед. ч.
им.
ο κατάλογος
вин.
τον κατάλογο
род.
του καταλόγου
зват.
κατάλογε
Мн. ч.
им.
οι κατάλογοι
вин.
τους καταλόγους
род.
των καταλόγων
зват.
κατάλογοι
Примеры
Δες τον κατάλογο των διαθέσιμων βιβλίων.
Посмотри список доступных книг. · Check the list of available books.
Ο κατάλογος του καταστήματος είναι πολύ μεγάλος.
Каталог магазина очень большой. · The shop's catalogue is very extensive.
Πάρε τον κατάλογο και διάλεξε τι θέλεις να φας.
Возьми меню и выбери, что ты хочешь есть. · Take the menu and choose what you want to eat.
Οι κατάλογοι των προϊόντων είναι διαθέσιμοι online.
Каталоги товаров доступны в интернете. · The product catalogues are available online.