κατάκτηση
[katˈaktisi]существительноеη · женский родB1
Значения
1
завоевание, покорение (территории, страны)
conquest (of territory, a country) · η κατάκτηση της Κρήτης — завоевание Крита
2
завоевание, покорение (сердца, доверия)
winning over (of a heart, affection) · η κατάκτηση της καρδιάς του — завоевание его сердца
Грамматика
Ед. ч.
им.
η κατάκτηση
вин.
την κατάκτηση
род.
της κατάκτησης
зват.
κατάκτηση
Мн. ч.
им.
οι κατακτήσεις
вин.
τις κατακτήσεις
род.
των κατακτήσεων
зват.
κατακτήσεις
Примеры
Η κατάκτηση της Ιερουσαλήμ έγινε το 1099.
Завоевание Иерусалима произошло в 1099 году. · The conquest of Jerusalem took place in 1099.
Οι κατακτήσεις του Μεγάλου Αλεξάνδρου άλλαξαν τον κόσμο.
Завоевания Александра Великого изменили мир. · Alexander the Great's conquests changed the world.
Η κατάκτηση της αγάπης του ήταν το μεγαλύτερό της επιτεύγμα.
Завоевание его любви было её величайшим достижением. · Winning his love was her greatest achievement.