κατάθεση
[kaˈtaðesi]существительноеη · женский родB1
Значения
1
депозит, вклад (денег в банк)
deposit (of money in a bank) · κατάθεση χρημάτων — денежный вклад
2
показания (свидетеля в суде)
testimony, statement (in court) · κατάθεση μάρτυρα — показания свидетеля
3
залог, задаток
deposit, security deposit · κατάθεση για σπίτι — залог за квартиру
Грамматика
Ед. ч.
им.
η κατάθεση
вин.
την κατάθεση
род.
της κατάθεσης
зват.
κατάθεση
Мн. ч.
им.
οι καταθέσεις
вин.
τις καταθέσεις
род.
των καταθέσεων
зват.
καταθέσεις
Примеры
Έκανε κατάθεση χρημάτων στην τράπεζα.
Он сделал денежный вклад в банк. · He made a deposit of money in the bank.
Η κατάθεσή του στο δικαστήριο ήταν αποφασιστική.
Его показания в суде были решающими. · His testimony in court was decisive.
Πρέπει να πληρώσεις κατάθεση για το διαμέρισμα.
Ты должен заплатить залог за квартиру. · You need to pay a security deposit for the apartment.
Οι καταθέσεις των πολιτών αυξήθηκαν αυτό το χρόνο.
Вклады граждан увеличились в этом году. · Citizens' deposits increased this year.