κατάδικος
[kataˈðikos]существительноеο · мужской родB1
Значения
1
осуждённый, преступник
convict, condemned person · ο κατάδικος στη φυλακή — осуждённый в тюрьме
2
обречённый на что-либо
someone doomed or condemned to something · κατάδικος της μοιρας — обречённый судьбой
Грамматика
Ед. ч.
им.
ο κατάδικος
вин.
τον κατάδικο
род.
του κατάδικου
зват.
κατάδικε
Мн. ч.
им.
οι κατάδικοι
вин.
τους κατάδικους
род.
των καταδίκων
зват.
κατάδικοι
Примеры
Ο κατάδικος ζήτησε συγχώρεση για τα εγκλήματά του.
Осуждённый попросил прощение за свои преступления. · The convict asked for forgiveness for his crimes.
Στη δίκη καταδικάστηκαν πέντε κατάδικοι.
На суде было осуждено пять преступников. · Five convicts were sentenced at the trial.
Τους κατάδικους μεταφέρουν σε άλλη φυλακή.
Осуждённых переводят в другую тюрьму. · The convicts are being transferred to another prison.