Греческий словарь
с грамматикой

κατάγω

[kaˈtaɣo]глаголB1

Значения

1
приводить, приводить вниз; спускать
to lead down, to bring down; to take down · κατάγει τα παιδιά στο σχολείο — ведёт детей в школу
2
происходить, вести своё происхождение (обычно с предлогом ἀπό)
to descend, to be descended from (usually with ἀπό) · κατάγει από ευγενική οικογένεια — происходит из знатной семьи
3
приземляться (самолёт)
to land (aircraft) · το αεροπλάνο κατάγει στη Θεσσαλονίκη — самолёт приземляется в Салониках

Грамматика

Настоящее время
εγώ
κατάγω
εσύ
κατάγεις
αυτός
κατάγει
εμείς
κατάγουμε
εσείς
κατάγετε
αυτοί
κατάγουν
Аорист
εγώ
κατήγαγα
εσύ
κατήγαγες
αυτός
κατήγαγε
εμείς
κατήγαγαν
εσείς
κατήγαγαν
αυτοί
κατήγαγαν
Будущее
εγώ
θα κατάγω
εσύ
θα κατάγεις
αυτός
θα κατάγει
εμείς
θα κατάγουμε
εσείς
θα κατάγετε
αυτοί
θα κατάγουν

Примеры

Κατάγει τους φίλους του στο σπίτι του.
Он приводит своих друзей к себе домой. · He brings his friends to his house.
Το αεροπλάνο κατήγαγε στις 8 το πρωί.
Самолёт приземлился в 8 утра. · The plane landed at 8 in the morning.
Κατάγεται από μια παλιά ελληνική οικογένεια.
Она происходит из старой греческой семьи. · She comes from an old Greek family.
Θα κατάγουν τα παιδιά στην παραλία αύριο.
Завтра они пойдут с детьми на пляж. · Tomorrow they will take the children to the beach.