Греческий словарь
с грамматикой

κατάγομαι

[katˈaɣome]глаголB1

Значения

1
происходить, быть родом (из какого-либо места)
to come from, to be a native of, to originate from · κατάγεται από την Κρήτη — происходит с Крита
2
спускаться (вниз), приземляться (об самолёте)
to descend, to land (of an aircraft) · το αεροπλάνο κατάγεται — самолёт приземляется

Грамматика

Настоящее время
εγώ
κατάγομαι
εσύ
κατάγεσαι
αυτός
κατάγεται
εμείς
καταγόμαστε
εσείς
κατάγεστε
αυτοί
κατάγονται
Аорист
εγώ
κατάγηκα
εσύ
κατάγηκες
αυτός
κατάγηκε
εμείς
κατάγηκαν
εσείς
κατάγηκαν
αυτοί
κατάγηκαν
Будущее
εγώ
θα κατάγομαι
εσύ
θα κατάγεσαι
αυτός
θα κατάγεται
εμείς
θα καταγόμαστε
εσείς
θα κατάγεστε
αυτοί
θα κατάγονται

Примеры

Ο παππούς μας κατάγεται από την Πελοπόννησο.
Наш дедушка родом из Пелопоннеса. · Our grandfather comes from the Peloponnese.
Πολλοί έλληνες κατάγονται από τα νησιά του Αιγαίου.
Многие греки происходят с островов Эгейского моря. · Many Greeks originate from the Aegean islands.
Το αεροπλάνο κατάγηκε στο αεροδρόμιο χθες.
Самолёт приземлился в аэропорту вчера. · The aircraft landed at the airport yesterday.
Η πτήση θα κατάγεται στις τρεις το απόγευμα.
Рейс приземлится в три часа дня. · The flight will land at three in the afternoon.