Греческий словарь
с грамматикой

καρχαρίας

[karxaˈrias]существительноеο · мужской родA2

Значения

1
акула
shark · ένα επικίνδυνο ψάρι — опасная рыба

Грамматика

Ед. ч.
им.
o καρχαρίας
вин.
τον καρχαρία
род.
του καρχαρία
зват.
καρχαρία
Мн. ч.
им.
οι καρχαρίες
вин.
τους καρχαρίες
род.
των καρχαριών
зват.
καρχαρίες

Примеры

Ο καρχαρίας είναι ένα μεγάλο και επικίνδυνο ζώο.
Акула — это крупное и опасное животное. · The shark is a large and dangerous animal.
Είδαμε έναν καρχαρία κοντά στην παραλία.
Мы увидели акулу рядом с пляжем. · We saw a shark near the beach.
Οι καρχαρίες ζουν στα βαθιά νερά του ωκεανού.
Акулы живут в глубоких водах океана. · Sharks live in the deep waters of the ocean.
Το δάγκωμα του καρχαρία είναι πολύ ισχυρό.
Укус акулы очень мощный. · The shark's bite is very powerful.