καρφιτσώνω
[karfiˈtsono]глаголгруппа А (безударное -ω)B1
Значения
1
прикалывать, приколоть булавкой
to pin, to fasten with a pin · καρφιτσώνω το φόρεμα — приколоть платье булавкой
2
разоблачать, выставлять на позор
to expose, to unmask, to show up · καρφιτσώνω κάποιον στη δημοσιότητα — разоблачить кого-то публично
Грамматика
Настоящее время
εγώ
καρφιτσώνω
εσύ
καρφιτσώνεις
αυτός
καρφιτσώνει
εμείς
καρφιτσώνουμε
εσείς
καρφιτσώνετε
αυτοί
καρφιτσώνουν
Аорист
εγώ
καρφίτσωσα
εσύ
καρφίτσωσες
αυτός
καρφίτσωσε
εμείς
καρφιτσώσαμε
εσείς
καρφιτσώσατε
αυτοί
καρφίτσωσαν
Будущее
εγώ
θα καρφιτσώσω
εσύ
θα καρφιτσώσεις
αυτός
θα καρφιτσώσει
εμείς
θα καρφιτσώσουμε
εσείς
θα καρφιτσώσετε
αυτοί
θα καρφιτσώσουν
Примеры
Καρφίτσωσε το σχέδιο στον τοίχο.
Она приколола чертёж на стену. · She pinned the sketch to the wall.
Τον καρφιτσώνουν όλοι για τη συμπεριφορά του.
Все его разоблачают из-за его поведения. · Everyone is calling him out for his behaviour.
Θα καρφιτσώσει τα φτερά του φορέματος.
Она приколет крылья к платью. · She will pin the wings to her dress.