Греческий словарь
с грамматикой

καρτοτηλέφωνο

[kartotelˈɛfono]существительноеτο · средний родA2

Значения

1
таксофон, работающий по карточкам или пластиковым жетонам
card-operated public telephone, phonecard telephone · τηλέφωνο με κάρτα — телефон с карточкой

Грамматика

Ед. ч.
им.
το καρτοτηλέφωνο
вин.
το καρτοτηλέφωνο
род.
του καρτοτηλεφώνου
зват.
καρτοτηλέφωνο
Мн. ч.
им.
τα καρτοτηλέφωνα
вин.
τα καρτοτηλέφωνα
род.
των καρτοτηλεφώνων
зват.
καρτοτηλέφωνα

Примеры

Υπάρχει ένα καρτοτηλέφωνο στο εμπορικό κέντρο.
В торговом центре есть таксофон. · There is a public telephone at the shopping centre.
Πρέπει να αγοράσω μια κάρτα για το καρτοτηλέφωνο.
Мне нужно купить карточку для таксофона. · I need to buy a card for the phonecard telephone.
Τα καρτοτηλέφωνα έχουν εξαφανιστεί από τις πόλεις.
Таксофоны исчезли из городов. · Phonecard telephones have disappeared from the cities.