καριόληδες
[kariˈoliðes]существительноеοι · женский родB2
Значения
1
глупец, простак, дурак
fool, simpleton, dolt · άνθρωπος χωρίς σύνεση — человек без рассудка
Грамматика
Ед. ч.
им.
η καριόληδα
вин.
την καριόληδα
род.
της καριόληδας
зват.
καριόληδα
Мн. ч.
им.
οι καριόληδες
вин.
τις καριόληδες
род.
των καριόληδων
зват.
καριόληδες
Примеры
Τι καριόληδες που ήσαστε να πιστέψετε αυτό!
Какие же вы простаки, что поверили этому! · What fools you were to believe that!
Η καριόληδα του δεν καταλαβαίνει τίποτα.
Эта дура ничего не понимает. · That foolish woman understands nothing.
Σταμάτησε να κάνεις καριόληδες και πρόσεξε.
Перестань валять дурака и будь внимательнее. · Stop fooling around and pay attention.