καρδινάλιος
[karðiˈnaːljos]прилагательноеB2
Значения
1
кардинальный, основной, главный
cardinal, fundamental, chief · καρδινάλιο σημείο — главная точка
2
относящийся к кардиналам (церковные деятели)
relating to cardinals (church officials) · καρδινάλιο πρόσωπο — кардинал
Грамматика
мужской род
им.
καρδινάλιος
вин.
καρδινάλιο
род.
καρδιναλίου
зват.
καρδινάλιε
женский род
им.
καρδιναλία
вин.
καρδιναλία
род.
καρδιναλίας
зват.
καρδιναλία
средний род
им.
καρδινάλιο
вин.
καρδινάλιο
род.
καρδιναλίου
зват.
καρδινάλιο
Примеры
Αυτή είναι μια καρδιναλία αρχή της φιλοσοφίας.
Это кардинальный принцип философии. · This is a cardinal principle of philosophy.
Οι καρδινάλιες κατευθύνσεις του ανέμου είναι τέσσερις.
Четыре кардинальных направления ветра. · There are four cardinal directions of the wind.
Ο καρδινάλιος σκοπός του προγράμματος ήταν σαφής.
Главная цель программы была очевидна. · The cardinal aim of the programme was clear.