καπιταλισμός
[kapitalˈizmos]существительноеο · мужской родB2
Значения
1
капитализм
capitalism · οικονομικό σύστημα με ιδιωτική ιδιοκτησία — хозяйственная система с частной собственностью
Грамматика
Ед. ч.
им.
o καπιταλισμός
вин.
τον καπιταλισμό
род.
του καπιταλισμού
зват.
καπιταλισμέ
Мн. ч.
им.
οι καπιταλισμοί
вин.
τους καπιταλισμούς
род.
των καπιταλισμών
зват.
καπιταλισμοί
Примеры
Ο καπιταλισμός κυριαρχεί στις περισσότερες ευρωπαϊκές χώρες.
Капитализм господствует в большинстве европейских стран. · Capitalism dominates in most European countries.
Η κριτική του καπιταλισμού είναι συχνή στην ακαδημαϊκή βιβλιογραφία.
Критика капитализма часто встречается в учёной литературе. · Criticism of capitalism is frequent in academic literature.
Τον 21ο αιώνα οι καπιταλισμοί διαφόρων χωρών έχουν διαφορετικά χαρακτηριστικά.
В 21 веке капитализм разных стран имеет различные особенности. · In the 21st century, the capitalisms of different countries have different features.