Греческий словарь
с грамматикой

καπετάνιος

[kapetˈanjos]существительноеο · мужской родA2

Значения

1
капитан (корабля)
captain (of a ship) · ο καπετάνιος του πλοίου — капитан корабля
2
командир, лидер (в переносном смысле)
commander, leader (figuratively) · ο καπετάνιος της ομάδας — лидер команды

Грамматика

Ед. ч.
им.
ο καπετάνιος
вин.
τον καπετάνιο
род.
του καπετανίου
зват.
καπετάνιε
Мн. ч.
им.
οι καπετάνιοι
вин.
τους καπετανίους
род.
των καπετανίων
зват.
καπετάνιοι

Примеры

Ο καπετάνιος οδήγησε το πλοίο με ασφάλεια.
Капитан провел корабль безопасно. · The captain steered the ship safely.
Συναντήθηκα τον καπετάνιο στο λιμάνι.
Я встретил капитана в порту. · I met the captain at the harbor.
Οι καπετάνιοι των εμπορικών πλοίων έχουν μεγάλη ευθύνη.
Капитаны торговых кораблей несут большую ответственность. · Captains of merchant vessels have great responsibility.
Καπετάνιε, τι είναι η εντολή;
Капитан, что это за приказ? · Captain, what is this order?