καουμπόης
[kaʊmˈboːis]существительноеο · мужской родB1
Значения
1
кубинец, кубинский крестьянин или рабочий
Cuban; Cuban peasant or laborer · άνθρωπος από την Κούβα — человек из Кубы
Грамматика
Ед. ч.
им.
ο καουμπόης
вин.
τον καουμπόη
род.
του καουμπόη
зват.
καουμπόη
Мн. ч.
им.
οι καουμπόηδες
вин.
τους καουμπόηδες
род.
των καουμπόηδων
зват.
καουμπόηδες
Примеры
Ο καουμπόης δούλευε στα χωράφια της Κούβας.
Кубинский крестьянин работал на полях Кубы. · The Cuban peasant worked in Cuba's fields.
Συνάντησα έναν καουμπόη στο λιμάνι του Αβάνας.
Я встретил кубинца в гаване порту. · I met a Cuban at the Havana port.
Οι καουμπόηδες είναι περήφανοι της ιστορίας τους.
Кубинцы гордятся своей историей. · Cubans are proud of their history.