κανόνι
[kaˈnoni]существительноеτο · средний родA2
Значения
1
пушка, артиллерийское орудие
cannon, artillery gun · το κανόνι της φρουράς — пушка крепости
2
правило, норма
rule, norm, canon · κανόνες της γραμματικής — правила грамматики
Грамматика
Ед. ч.
им.
το κανόνι
вин.
το κανόνι
род.
του κανονιού
зват.
κανόνι
Мн. ч.
им.
τα κανόνια
вин.
τα κανόνια
род.
των κανονιών
зват.
κανόνια
Примеры
Το κανόνι βρισκόταν στην είσοδο του κάστρου.
Пушка находилась у входа в замок. · The cannon was at the entrance of the castle.
Οι κανόνες του παιχνιδιού είναι πολύ απλοί.
Правила игры очень простые. · The rules of the game are very simple.
Έπρεπε να ακολουθήσουν τα κανόνια της εταιρείας.
Они должны были следовать уставу компании. · They had to follow the company's regulations.
Τα κανόνια έγιναν θόρυβος κατά τη διάρκεια της μάχης.
Пушки производили шум во время боя. · The cannons made noise during the battle.