Греческий словарь
с грамматикой

κανονίζω

[kanɔˈnizo]глаголA2

Значения

1
организовать, устроить, договориться
to arrange, to organize, to set up · κανονίζω μια συνάντηση — устраиваю встречу
2
исправить, отремонтировать, отрегулировать
to fix, to repair, to adjust · κανονίζω το ρολόι — отремонтирую часы
3
уладить, разрешить (спор, конфликт)
to settle, to resolve (dispute) · κανονίζουμε τη διαφορά — улаживаем разногласие

Грамматика

Настоящее время
εγώ
κανονίζω
εσύ
κανονίζεις
αυτός
κανονίζει
εμείς
κανονίζουμε
εσείς
κανονίζετε
αυτοί
κανονίζουν
Аорист
εγώ
κανόνισα
εσύ
κανόνισες
αυτός
κανόνισε
εμείς
κανονίσαμε
εσείς
κανονίσατε
αυτοί
κανόνισαν
Будущее
εγώ
θα κανονίσω
εσύ
θα κανονίσεις
αυτός
θα κανονίσει
εμείς
θα κανονίσουμε
εσείς
θα κανονίσετε
αυτοί
θα κανονίσουν

Примеры

Κανόνισα το ραντεβού για αύριο το πρωί.
Я назначил встречу на завтра утром. · I arranged the appointment for tomorrow morning.
Ο μηχανικός κανονίζει το αυτοκίνητο.
Механик отремонтирует машину. · The mechanic will fix the car.
Πρέπει να κανονίσουμε τα χρήματα που οφείλει.
Нужно разрешить вопрос с деньгами, которые он должен. · We need to settle the matter of the money he owes.
Όλα κανονίστηκαν για τη γιορτή.
Всё было устроено для праздника. · Everything was arranged for the party.