Греческий словарь
с грамматикой

καμπάνια

[kamˈpania]существительноеη · женский родB1

Значения

1
кампания (серия скоординированных действий)
campaign (organized series of coordinated activities) · εκλογική καμπάνια — избирательная кампания
2
кампания (военный поход)
campaign (military expedition or war) · στρατιωτική καμπάνια — военная кампания

Грамматика

Ед. ч.
им.
η καμπάνια
вин.
την καμπάνια
род.
της καμπάνιας
зват.
καμπάνια
Мн. ч.
им.
οι καμπάνιες
вин.
τις καμπάνιες
род.
των καμπανιών
зват.
καμπάνιες

Примеры

Η καμπάνια του κόμματος ήταν πολύ επιτυχημένη.
Кампания партии была очень успешной. · The party's campaign was very successful.
Συμμετείχαμε στην καμπάνια για την προστασία του περιβάλλοντος.
Мы участвовали в кампании по защите окружающей среды. · We participated in the environmental protection campaign.
Οι καμπάνιες του Ναπολέοντα άλλαξαν την Ευρώπη.
Кампании Наполеона изменили Европу. · Napoleon's campaigns changed Europe.
Ξεκίνησε μια νέα καμπάνια διαφήμισης για το προϊόν.
Началась новая рекламная кампания для этого товара. · A new advertising campaign for the product has started.