καμινάδα
[kamiˈnaða]существительноеη · женский родA2
Значения
1
дымоход, труба (в доме)
chimney, smokestack · καπνός από την καμινάδα — дым из дымохода
2
печная труба, вентиляционная труба
flue, ventilation pipe · η καμινάδα του φούρνου — труба печи
Грамматика
Ед. ч.
им.
η καμινάδα
вин.
την καμινάδα
род.
της καμινάδας
зват.
καμινάδα
Мн. ч.
им.
οι καμινάδες
вин.
τις καμινάδες
род.
των καμινάδων
зват.
καμινάδες
Примеры
Ο καπνός έρχεται από την καμινάδα.
Дым идёт из дымохода. · The smoke is coming from the chimney.
Η καμινάδα του σπιτιού χρειάζεται καθαρισμό.
Дымоход дома нуждается в чистке. · The house's chimney needs cleaning.
Τα πουλιά έκαναν φωλιά στις καμινάδες.
Птицы свили гнёзда в дымоходах. · The birds built nests in the chimneys.