καμαριέρα
[kamaˈriera]существительноеη · женский родA2
Значения
1
горничная, служанка в гостинице или доме
chambermaid, maid in a hotel or large house · η καμαριέρα του ξενοδοχείου — горничная отеля
Грамматика
Ед. ч.
им.
η καμαριέρα
вин.
την καμαριέρα
род.
της καμαριέρας
зват.
καμαριέρα
Мн. ч.
им.
οι καμαριέρες
вин.
τις καμαριέρες
род.
των καμαριέρων
зват.
καμαριέρες
Примеры
Η καμαριέρα άλλαξε τα σεντόνια κάθε πρωί.
Горничная меняла белье каждое утро. · The chambermaid changed the sheets every morning.
Οι καμαριέρες του ξενοδοχείου είναι πολύ επαγγελματικές.
Горничные этого отеля очень профессиональны. · The hotel's chambermaids are very professional.
Την καμαριέρα την ονομάζαν Μαρία.
Горничную звали Мария. · They called the maid Maria.