Греческий словарь
с грамматикой

καμάρι

[kaˈmari]существительноеτο · средний родA2

Значения

1
комната, помещение
room, chamber · το καμάρι του σπιτιού — комната дома
2
спальня
bedroom · το κύριο καμάρι — главная спальня
3
(морское) трюм, каюта
hold (of a ship), cabin · το καμάρι του πλοίου — трюм корабля

Грамматика

Ед. ч.
им.
το καμάρι
вин.
το καμάρι
род.
του καμαριού
зват.
καμάρι
Мн. ч.
им.
τα καμάρια
вин.
τα καμάρια
род.
των καμαριών
зват.
καμάρια

Примеры

Το καμάρι είναι μικρό αλλά άνετο.
Комната маленькая, но удобная. · The room is small but comfortable.
Θέλω να ζωγραφίσω τα καμάρια με γαλάζιο χρώμα.
Я хочу покрасить комнаты в голубой цвет. · I want to paint the rooms blue.
Ποιο είναι το μεγαλύτερο καμάρι του σπιτιού;
Какая самая большая комната в доме? · Which is the largest room in the house?
Πήγαμε στην καμπίνα και δεν βρήκαμε το καμάρι του πλοίου.
Мы пошли в каюту и не нашли трюм корабля. · We went to the cabin and couldn't find the ship's hold.