Греческий словарь
с грамматикой

καλύπτω

[kaˈlipdo]глаголA2

Значения

1
закрывать, накрывать
to cover, to conceal · καλύπτω το τραπέζι — накрываю стол
2
скрывать, утаивать
to hide, to conceal (information) · καλύπτω την αλήθεια — скрываю правду
3
охватывать, распространяться на
to cover, to extend to · η ασφάλεια καλύπτει τα ατυχήματα — страховка охватывает несчастные случаи

Грамматика

Настоящее время
εγώ
καλύπτω
εσύ
καλύπτεις
αυτός
καλύπτει
εμείς
καλύπτουμε
εσείς
καλύπτετε
αυτοί
καλύπτουν
Аорист
εγώ
κάλυψα
εσύ
κάλυψες
αυτός
κάλυψε
εμείς
καλύψαμε
εσείς
καλύψατε
αυτοί
κάλυψαν
Будущее
εγώ
θα καλύψω
εσύ
θα καλύψεις
αυτός
θα καλύψει
εμείς
θα καλύψουμε
εσείς
θα καλύψετε
αυτοί
θα καλύψουν

Примеры

Κάλυψε το παιδί με μια κουβέρτα.
Он укрыл ребёнка одеялом. · He covered the child with a blanket.
Δεν θα καλύψω τα λάθη του.
Я не буду скрывать его ошибки. · I won't hide his mistakes.
Το ασφαλιστικό πρόγραμμα καλύπτει τις ιατρικές δαπάνες.
Страховой полис покрывает медицинские расходы. · The insurance plan covers medical expenses.
Καλύπτονται από χιόνι τα βουνά.
Горы покрыты снегом. · The mountains are covered with snow.