Греческий словарь
с грамматикой

καλωσορίζω

[kalosoˈrizo]глаголA1

Значения

1
приветствовать, встречать с радостью
to welcome, to greet warmly · καλωσορίζω τους φίλους — приветствую друзей

Грамматика

Настоящее время
εγώ
καλωσορίζω
εσύ
καλωσορίζεις
αυτός
καλωσορίζει
εμείς
καλωσορίζουμε
εσείς
καλωσορίζετε
αυτοί
καλωσορίζουν
Аорист
εγώ
καλωσόρισα
εσύ
καλωσόρισες
αυτός
καλωσόρισε
εμείς
καλωσορίσαμε
εσείς
καλωσορίσατε
αυτοί
καλωσόρισαν
Будущее
εγώ
θα καλωσορίσω
εσύ
θα καλωσορίσεις
αυτός
θα καλωσορίσει
εμείς
θα καλωσορίσουμε
εσείς
θα καλωσορίσετε
αυτοί
θα καλωσορίσουν

Примеры

Την καλωσόρισα με χαμόγελο στην είσοδο.
Я встретил её с улыбкой у входа. · I welcomed her with a smile at the entrance.
Ο δήμαρχος καλωσορίζει τους επισκέπτες κάθε χρόνο.
Мэр приветствует посетителей каждый год. · The mayor welcomes visitors every year.
Καλωσορίστε τους νέους μας συναδέλφους!
Поприветствуйте наших новых коллег! · Welcome our new colleagues!
Θα καλωσορίσουμε τους ζητούντας με ζεστότητα.
Мы встретим просителей с теплотой. · We will welcome the applicants warmly.