Греческий словарь
с грамматикой

καλλιτέχνης

[kaliˈtexnis]существительноеο · мужской родB1

Значения

1
художник, деятель искусства
artist, person who practices an art · ένας καλλιτέχνης ζωγράφος — художник-живописец

Грамматика

Ед. ч.
им.
ο καλλιτέχνης
вин.
τον καλλιτέχνη
род.
του καλλιτέχνη
зват.
καλλιτέχνη
Мн. ч.
им.
οι καλλιτέχνες
вин.
τους καλλιτέχνες
род.
των καλλιτεχνών
зват.
καλλιτέχνες

Примеры

Ο καλλιτέχνης έργαζεται στο στούντιό του.
Художник работает в своей студии. · The artist works in his studio.
Πολλοί καλλιτέχνες συμμετέχουν στην έκθεση.
Много художников участвуют в выставке. · Many artists participate in the exhibition.
Ο καλλιτέχνη αρέσει η μουσική και το χορό.
Художнику нравятся музыка и танец. · The artist loves music and dance.
Των καλλιτεχνών η δημιουργικότητα είναι αξιόλογη.
Творчество этих художников достойно похвалы. · The creativity of these artists is remarkable.