Греческий словарь
с грамматикой

καλλιεργώ

[kaliɛrˈɣo]глаголB1

Значения

1
возделывать, обрабатывать (землю, урожай)
to cultivate, farm (land, crops) · καλλιεργώ το χωράφι — я обрабатываю поле
2
развивать, культивировать (способности, отношения, идеи)
to cultivate, develop (skills, relationships, ideas) · καλλιεργώ φιλίες — я развиваю дружбу

Грамматика

Настоящее время
εγώ
καλλιεργώ
εσύ
καλλιεργείς
αυτός
καλλιεργεί
εμείς
καλλιεργούμε
εσείς
καλλιεργείτε
αυτοί
καλλιεργούν
Аорист
εγώ
καλλιέργησα
εσύ
καλλιέργησες
αυτός
καλλιέργησε
εμείς
καλλιεργήσαμε
εσείς
καλλιεργήσατε
αυτοί
καλλιέργησαν
Будущее
εγώ
θα καλλιεργήσω
εσύ
θα καλλιεργήσεις
αυτός
θα καλλιεργήσει
εμείς
θα καλλιεργήσουμε
εσείς
θα καλλιεργήσετε
αυτοί
θα καλλιεργήσουν

Примеры

Οι αγρότες καλλιεργούν σιτάρι και κριθάρι.
Фермеры выращивают пшеницу и ячмень. · Farmers cultivate wheat and barley.
Θα καλλιεργήσουμε τις δεξιότητές μας αυτό το καλοκαίρι.
Мы будем развивать свои навыки этим летом. · We will develop our skills this summer.
Έχει καλλιεργήσει μια ισχυρή σχέση με τους γείτονες.
Она культивировала крепкие отношения с соседями. · She has cultivated a strong relationship with the neighbours.
Καλλιέργησε ενδιαφέρον για την τέχνη από μικρή ηλικία.
Он развил интерес к искусству с раннего возраста. · He developed an interest in art from a young age.