καλαθοσφαίριση
[kalaθosˈferi.si]существительноеη · женский родB1
Значения
1
баскетбол
basketball · παίζω καλαθοσφαίριση — играю в баскетбол
Грамматика
Ед. ч.
им.
η καλαθοσφαίριση
вин.
την καλαθοσφαίριση
род.
της καλαθοσφαίρισης
зват.
καλαθοσφαίριση
Мн. ч.
им.
οι καλαθοσφαίρισες
вин.
τις καλαθοσφαίρισες
род.
των καλαθοσφαίρισων
зват.
καλαθοσφαίρισες
Примеры
Η κόρη μου αγαπά τη καλαθοσφαίριση περισσότερο από ποδόσφαιρο.
Моя дочь любит баскетбол больше, чем футбол. · My daughter loves basketball more than football.
Προπονούνται για τον αγώνα καλαθοσφαίρισης του σαββάτου.
Они тренируются к баскетбольному матчу в субботу. · They are training for Saturday's basketball game.
Στο σχολείο μας παίζουμε καλαθοσφαίριση στο γυμναστήριο.
В нашей школе мы играем в баскетбол в спортзале. · At our school we play basketball in the gymnasium.