κακόγουστος
[kakoˈɣustos]прилагательноеB1
Значения
1
безвкусный, с плохим вкусом
tasteless, in poor taste · κακόγουστο έπιπλο — безвкусная мебель
2
невкусный (о еде)
bad-tasting, unpalatable (of food) · κακόγουστο φαγητό — невкусная еда
Грамматика
мужской род
им.
κακόγουστος
вин.
κακόγουστο
род.
κακόγουστου
зват.
κακόγουστε
женский род
им.
κακόγουστη
вин.
κακόγουστη
род.
κακόγουστης
зват.
κακόγουστη
средний род
им.
κακόγουστο
вин.
κακόγουστο
род.
κακόγουστου
зват.
κακόγουστο
Примеры
Το σαλόνι του έχει κακόγουστα έπιπλα.
В его гостиной безвкусная мебель. · His living room has tasteless furniture.
Αυτό το φαγητό είναι απλώς κακόγουστο.
Эта еда просто невкусная. · This food is simply unpalatable.
Η κακόγουστη διακόσμηση του σπιτιού με ενοχλεί.
Его безвкусный интерьер меня раздражает. · The tasteless decor of the house bothers me.
Δεν μου αρέσουν οι κακόγουστοι συνδυασμοί χρωμάτων.
Мне не нравятся безвкусные цветовые комбинации. · I don't like tasteless colour combinations.